Sunday, August 14, 2016

"Το Μακρύ της ζωής μου ρεμπέτικο" Γιώργος Αθανασιάδης


Γράφει ο Γιώργος Αθανασιάδης

Δικηγόρος - Θεατρικός Συγγραφέας

ΣΥΔΝΕΥ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

email: athanasiadis.g@hotmail.com

Το έργο έχει κατοχυρωμένα πνευματικά δικαιώματα από το συγγραφέα του (Γιώργος Αθανασιάδης) 














Γιώργος Αθανασιάδης

«Της μακρύ της ζωής μου ρεμπέτικο»


Το έργο είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία των αρχών του 20ου αιώνα 


Πρόσωπα με σειρά εμφάνισης
Αφηγητής μασκοφόρος
Ρεμπέτικη κομπανία
 Ανέστος
Κούλα η Σκουλαρικού


ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

Σκηνή Πρώτη

Στην αίθουσα ενός παλιού ρεμπετάδικου στεκιού , εμφανίζεται η σκιά ενός μασκοφόρου μαυροντυμένου άντρα και αρχίζει την αφήγηση μιας παλιάς πραγματικής ιστορίας.  Λίγα λόγια. Σε ένα τραπέζι στην άκρη στο δεξί μέρος της σκηνής κάθονται τρείς γυναίκες καλοντυμένες και διασκεδάζουν.  Μια κανάτα κρασί και τρία ποτήρια μπροστά τους. Οι γυναίκες εμφανίζονται μέσα από τους θεατές και παίρνουν θέση. Η μία από αυτές η Κούλα η Σκουλαρικού, ψηλή, έντονα βαμμένη και πολύ προκλητικά ντυμένη με μακρυά σκουλαρίκια κοιτάζει προκλητικά τους μουσικούς και ιδιαίτερα τον Ανέστη που κάποιες φορές τα βλέμματα τους συναντιώνται.  Τα φώτα στη σκηνή σβήνουν και στην αίθουσα και επικρατεί σκοτάδι , εμφανίζεται ένας μαυροντυμένος άντρας πρός την άκρη μπροστά της σκηνής και ένα δυνατό φώς τον φωτίζει. Διαγράφεται η φιγούρα του και φορά μάσκα στο πρόσωπο (είναι ο αφηγητής). Στο βίντεο παίζουν εικόνες από την Μικρασιατική καταστροφή.




Αφηγητής
Δεν είμαι άνθρωπος εγώ, ούτε ξωτικό του δάσους
Δεν είμαι πλάσμα της φαντασίας ούτε γέννημα της νύκτας
Είμαι η ιστορία
Ειμαι το χρώμα της ζωής
Και μια ιστορία θα σας πώ
Πίσω παλιά
Τότε στις αρχές του 20ου αιώνα

Να με θυμάστε
Ειμαι η ζωή ενός ανθρώπου
Η φωτιά γεννάει στάχτη και η μαύρη μοίρα μέσα από τη στάχνη γεννιέται.
Μόνο στα παραμύθια η στάχτη γεννάει ζωή. 
Ο Φοίνικας ξαναγεννιέται από τις στάχτες του...
 γιατί έτσι τον θέλουν οι άνθρωποι να γεννιέται.

Ηταν τότε το 1912 που γέννησε η μάνα του τον Ανέστο. 
Αναστάση τον βαφτίσανε.
Και το παιδί μεγάλωνε  μέχρι τη μέρα της φωτιάς. 
Και ο τόπος λαμπάδιασε και δίψαγε η γή για αίμα
Τη φωτιά σβήνει το νερό και τη δίψα των καταραμένων τόπων το αίμα.
Ετσι το θέλησε η μαύρη μοίρα και πνίξανε τη Σμύρνη στη φωτιά και στο αίμα…
 τότε το 1922

Και ο μικρός Ανέστης βρέθηκε διωγμένος μαζί με τη φαμίλια του
Εκεί μακρυά από τον τόπο του
Στην γλυκιά αγκαλιά της Αττικής γής
Και στην φτωχή τη Δραπετσώνα

Που η αύρα του Σαρωνικού σμίγει τους κρύους χειμώνες με τον παγωμένο βοριά
που έρχεται από την Πεντέλη
το βουνό των ληστών, του λευκού μάρμαρου και των κολασμένων ερώτων
Αγκαλιάζονται οι αέρηδες και στροβιλίζονται
Και χορεύουν τον παθιασμένο τους ερωτικό χορό

Και κεί μεγάλωνε ο Ανέστης
Και ο κύρης του έπαιζε στο σαντούρι
Τους καϋμούς της προσφυγιάς
Και της ρημαγμένης γλυκιάς πατρίδας τους
Που όλο κι έφευγε μακρυά
Και ξεθώριαζε στη μνήμη

Κι ο Ανέστος πήρε το μπουζούκι
Και αποφάσισε να ζήσει μέσα στις νότες
Και έκανε τη μελωδία συντροφιά
Και το τραγούδι ελπίδα
Και μετά έγινε γι αυτόν ζωή
Που την μοιραζόταν κάθε βράδυ
Εκεί στο «Χαμάμ»

1.(Τα φώτα σβήνουν και η οθόνη του προτζέκτορα. Οι μουσικοί είναι στις θέσεις τους και αρχίζουν να τραγουδούν ..... Σηκώνεται η Κουλα και αρχίζει να χορεύει προκλητικά μπροστά στον Ανέστη)
Κούλα
Απόψε Μόρτη μου, χορεύω για σένα ...
Ανέστος
Και γώ απόψε παίζω για πάρτη σου, κουκλάρα μου.
Σπάσε την πίστα!

Η μουσική τελειώνει και βρισκόμαστε σε μια φτωχική κάμαρα με ένα κρεβάτι άστρωτο και διάφορα ρούχα πεταμένα τριγύρω. Εμφανίζονται ο Ανέστος και η Κούκα, μισομεθυσμένοι γελώντας και αστειευόμενοι...
Ανέστος
Ελα κοριτσάρα μου, στ αρχοντικό μου...
Ελα, κάτσε να βάλω δυό ποτηράκια κρασί να πιούμε...

Η Κούλα γελάει κακαρίζοντας ενώ παράλληλα κάθεται προκλητικά στην άκρη του κρεβατιού σε στάση που τον προκαλεί ερωτικά... Ο Ανέστος γεμίζει δύο ποτήρια κόκκινο κρασί και κάθεται μπροστά της. Της προσφέρει το ένα ... σηκώνουν και τσουγκράνε τα ποτήρια... πίνουν λίγο και ο Ανέστος το πετά στο πάτωμα, το ίδιο και η Κουλα και πέφτει πάνω της, την αγκαλιάζει ερωτικά και ξαπλώνουν στο κρεβάτι ενώ τα φώτα σβήνουν στη σκηνή...(ενώ από τα ηχεία ακούγεται ερωτική μουσική για 2-3 λεπτά)
Τα φώτα ξανανάβουν και ο Ανέστος γυμνός από τη μέση και πάνω σηκώνεται και πλησιάζει στην άκρη του δωματίου και ανάβει ένα τσιγάρο , ενώ προσφέρει και ένα ακομη στην Κούλα που έχει ανακαθίσει στο κρεβάτι φορώντας ένα μακρύ, λευκο ή κόκκινο νυκτικό σατέν με δαντέλες.


Κούλα
Δέκα μέρες πέρασαν κιόλας από το κείνο το βράδυ που σε πρωτογνώρισα και πρωτόρθα σ΄ αυτό το δωμάτιο. Ξεύρεις κάτι;
Νομίζω σ΄ ερωτεύτηκα... αυτό είναι κακό;;...
έπειτα είναι και η δουλειά μου...

Ανέστος
Ακου Κούλα... είναι πολύ νωρίς να μιλάμε γι’  αμόρε..
 εξ άλλου κάτσε να σε συνηθίσουμε λίγο ο ένας τον άλλον... ξέρεις δεν είμαι κι έτοιμος για τέτοια..
Περνάς καλά μαζί μου;
Ναιαιαι;;; ... άστο παραπέρα γι αργότερα...
Κούλα
Σωστά... εξ άλλου ποιός θα πίστευε και μια καμπαρετζού;
Λένε ότι οι Σμυρνιές είμαστε παστρικιές... έτσι μας φωνάζουν...
και να σου πώ και κάτι..
σε μένα πάει γάντι αυτό, αγόρι μου
και Σμυρνιά και πουτάνα
από τα Βουρλά...
Θεός σχωρέστη τη μάνα μου
Πρόσφυγια και γω, εσύ αγόρι
Από που σαι;
Ανέστος
Από τη Σμύρνη και γώ..
Κουλα
Πατριωτάκι και σύ δηλαδή;
Ανέστος
(Φανερά ενοχλημένος γιατί του διακόπτει με την πολυλογία της τη δική του πρωϊνή ηρεμία)
Ναι...
Κοίτα τώρα πρέπει να πηγαίνω, έχουμε πρόβες με τα παιδιά  για κάτι καινούρια τραγούδια
Κούλα
Ξέρεις κάτι Ανέστο, είναι τώρα δέκα μέρες παραπάνω ίσως, που δεν έχω πάει στη δουλειά
Και με βρήκε χτές η Σούλα η Τσαχπινογαργαλιάρα
Και μουπε ότι τ αφεντικό μου ο Μητσάρας ο Γκαβός
θα με σκοτώσει που εξαφανίστηκα
Είναι και η πελατεία μου βλέπεις
Το βράδυ θα λείψω,
Πρέπει να βγώ στο μεϊντάνι
Εχω στεγνώσει κι από φράγκα
Και το φτιασίδι θέλει χρήμα..
Ανέστος
Τι είπες;;;;;;;;;;;;;;;
Ακου να δείς Κούλα
Κόψε τις μαλακίες
Από τη στιγμή που κυκλοφοράς μαζί μου
Και πλάγιασες σε τούτο δώ το κρεβάτι
Το πεζοδρόμιο ΤΕΛΟΣ!!!
Κούλα
Ούτε και γώ θέλω  να ξαναπάω εκεί
Αλλά δε τον ξέρεις καλά το Μητσάρα
Θα μας κάνει κακό!
Ανέστος
Είπα και ελάλησα
Λοιπόν καλημέρα και τα λέμε το βράδυ στο μαγαζί
(Φεύγει από τη σκηνή ο Ανέστος και μένει η Κούλα μόνη, προχωράει μπροστά και απευθύνεται στο κοινό)
Κούλα
Ε ναι λοιπόν, είμαι η Κούλα η Σκουλαρικού...
Κυριακή Κονταξή, είναι τ αλήθινο μου όνομα και είμαι από τα Βουρλά
Κοπέλλα ήμουνα όταν έγινε η καταστροφή το 1922
Εχασα την οικογένεια μου και μπούκαρα σε ένα καράβι
Με έβγαλε στη Χίο μόνη κι ορφανή
Με μάζεψε στο λιμάνι μια γριά φτιασιδωμένη
Σούχω σπίτι και δουλειά μου είπε
Αρκεί νάσαι καλή μαζί μου και τους πελάτες στο μαγαζί μου
Βρώμικος καφενές του λιμανιού
Κάθε φάρα και λογής ναυτικοί μπαινόβγαιναν κάθε μέρα
Χνώτα που βρώμαγαν κρασί φτηνό
Παντου οινοπνευμα και θολά λάγνα βλέμματα
Το πανδοχείο και ο καφενές της Κυρά Ρήνας
Πανδοχείο λέγανε το πουταναριό τότε
Εκεί και η Μαίρη από τη Σαλονίκη
Και κάνα δυό άλλες κοπέλλες Σμυρνιές
Και δύο τρείς από το Κορδελιό
Εκεί και γώ
Η Κούλα
Το καινούργιο κρέας
Ο πρώτος που θάδινε πολλά στο παζάρι
Θάταν και ο τυχερός
Παρθένας πράμα ... αντε και σύ καπετάνιε μου
Να της κάνεις σεφτέ
Ο γέρος έσερνε τα πόδια του μεθυσμένος
«Σκάσε και μη μιλήσεις μωρή!»  .. έφαγες ψωμί δω μέσα
Και έχεις κι ένα κρεβάτι να κοιμηθείς
Αν δε σ αρέσει βγές στο δρόμο, έξω κεί μαζί με τους γλάρους στο λιμάνι
Θα ψοφήσεις απ΄ το κρύο
Και ποιός σουπε μωρή η παρθενιά είναι για πάντα; Εεε;
Για δές πόσα λεφτά έδωσε ο γέρος....
(μικρή παύση)
Σερνόταν πάνω στο κορμί μου
Εκλεισα τα μάτια κι έκλαια με λυγμούς
Μούγκριζε σα γουρούνι
Με κτύπησε
Οταν τέλειωσε τη κτηνωδία του
Με έσπρωξε κι έπεσα από το κρεβάτι
«Φύγε από δώ, μεταχειρισμένη είσαι τώρα, παλιοτσουλί...
Και τράβα πες στην αφεντικίνα σου νάρθει ν αλλάξει τα σεντόνια
Εδώ θα κοιμηθώ απόψε
Εσύ πήγαινε όπου στο διάολο θέλεις»
Μάζεψα τα κομμάτια της ζωής μου
Αφήνοντας το περίσσεμα της νιότης μου.. σ εκείνο το κτήνος..
(μικρή παύση)
Και μετά πέρασαν μήνες ίσως και χρόνια
Τι σημασία έχει; Τι άλλαξε από τότε;
Τι αλλάζει κάθε μέρα;
Και έπειτα στον Πειραιά..
Μεγάλο λιμάνι  και πήρα και μεγάλα σκουλαρίκια
Πάντα μ άρεσαν τα μεγάλα σκουλαρίκια
Κι έγινα η Κούλα η Σκουλαρικού
Ή σκέτο Σκουλαρικού...
Με μάζεψε ο Μητσάρας... μεγάλο σπίτι είχε
Ημουνα νέα κι όμορφη και μπασμένη καλά στη δουλειά
Το πεζοδρόμιο το σπίτι μου..
Να πάνε στο διάολο όλοι τους, βρώμικα, χαμένα κορμιά
Δε βαριέσαι.... ηξερε ο Μητσάρας, ήξερα κι εγώ
Πάρε αυτό το χόρτο, ν αντέξεις
Να μη καταλαβαίνεις και πολλά
Κι άστους να  κτυπιώνται πάνω σου
Εσύ θα ζείς στο δικό σου κόσμο
Κι έτσι μπήκα στο χασίσι..
Και μετά στη πρέζα...
Βάζε τη σκόνη στη μύτη σου... ανάπνεε
και άστον τον πελάτη να κάνει τη δουλειά του
Εσύ να κοιτάς να πέφτει ο παράς...
Και μετά τη δουλειά να ξημερώνομαι στα καπηλειά του λιμανιού
Καλώς τη γυναικάρα μας, καλώς την Σκουλαρικού!
Κι αν γούσταρα κάνα ομορφόπαιδο
Τούκανα και μπουναμά
Και την άλλη μέρα πάλι στη πρέζα
Και στο πεζοδρόμιο
Και τώρα ναμαι δώ, μαζί με τον Ανέστο
Αυτός είναι του μπουναμά
Μα τη τυχη μου όμως... με τούτον είναι αλλιώς
Οχι! Οχι!... δεν είναι δυνατόν
Δεν επιτρέπεται να τον αγαπήσω
Και έπειτα τι;
Τόσες μέρες έχω να πάω στη δουλειά
Ευτυχώς είχα κάτι ψιλά για τη δόση μου
Τι είπε τώρα ο τύπος;
Να μη ξαναπάω; Είμαι το κορίτσι του;
Θα με σκοτώσει ο Μητσάρας
Θα μας σκοτώσει και τους δυό....
Πέρασε η ώρα, βραδιάζει πρέπει να πάω στο μαγαζί..
Ο Θεός να βάλει το χέρι του..
Μη περάσει από το μαγαζί ο Μητσάρας, θα γίνει μακελειό..

2.(Η Σκουλαρικού μαζί με άλλες δύο γυναίκες διασκεδάζουν στο μαγαζί όταν σηκωνεται μια και δίνει ένα λουλούδι στον Ανέστο που τραγουδά ενώ εκείνος της χαμογελά γλυκά και της στέλνει ένα φιλί... Η Σκουλαρικού ζηλεύει και της πέφτει το ποτήρι από το χέρια.. Τελειώνουν τα τραγουδια και οι δύο στην κάμαρη του Ανέστου...  Η Κούλα είναι με κατεβασμένα τα μούτρα και αμίλητη κάθεται στη καρέκλα... Ο Ανέστος την πλησιάζει και πάει να την αγκαλιάσει.. Η Κούλα τον απωθεί σπρώχνοντας τον και αποστρέφοντας το πρόσωπο από αυτόν... Ο Ανέστος απορημένος κάθεται στην άκρη του κρεβατιού)

Ανέστος
Τι έγινε, τι έχεις;
Κούλα
Ποιά ήταν αυτή;
Ανέστος
Ποιά;
Κουλα
Αυτή με το λουλούδι...
Ανέστος
Και που να ξέρω;



Κούλα
Μοίραζες όμως τα φιλιά σου...
Και δε την ξέρεις;
Ετσι ρε φίλε, σκορπάς φιλιά παντού;
Και γω τι ρόλο παίζω;  (τσιρίζει η Κούλα, γεμάτη ζήλεια)
Ανέστος
Δεν είμαστε καλά, μου φάινεται... δε ξέρω, πελάτισσα ήταν..
Κούλα
Εγώ στόπα και τις προάλλες, σ αγάπησα ρε...
Από δώ και πέρα τέρμα οι γλύκες με τις πελάτισσες
Τ ακούούούούςςςς;;;;
ΤΕΡΜΑ είπα!!!
Ανέστος
Δε κατάλαβες καλά Σκουλαρικού
Σε μάζεψα από το δρόμο
Εισαι κυρά διπλα μου
Καθάρισα για πάρτη σου με το Μητσάρα
Το πήρε το πουγκί του γεμάτο
Είσαι δική μου τώρα!
Και δε με νοίαζει τι λές και τι όχι
Σ αγόρασα!!!
Γι αυτό βούλωστο
Και μη ξανακούσω
Τέτοιες μαλακίες
Σ όποιαν γουστάρω θα στέλνω φιλιά
Τι νομισες δηλαδή
Είμαι 25 χρονών
Θα τελειώσει η ζωή μου με τη Σκουραλικού;
Γελιέσαι..
Και άσε με τώρα...
Γιατί δεν είμαι καλά
Και θα τη πέσω
Και κοιτα άν έχεις ορέξεις
Ρίξε κρυο νερό πάνω σου
Εγώ πέφτω για ύπνο


(Ο Ανέστος ξεγδύνεται και πέφτει να κοιμηθεί... Η Κουλα τρέμοντας απο τα νευρα της, όταν κοιμηθηκε σηκώνεται και πάει στη τσάντα της.. βγάζει απο μέσα ένα μικρό νάϋλον σακουλάκι με μια άσπρη σκονη μέσα... τον πλησιάζει και καθώς κοιμάται του ρίχνει μέσα στα ρουθούνια του καθως εισπνέει λίγη από τη σκόνη... μετά στέκεται όρθια στο κάτω μέρος του κρεβατιού κοιτάζοντας προς το κοινό και λέει...)

Κούλα
Ηλίθιεεε!!!!
Μ αγόρασες...
Ομως δε πήρες καλό πράμα και θα το μάθεις πολύ γρήγορα
Κι ο Μητσάρας σούδωσε το πουγκί...
Σούδωσε το πουγκί..
Δε θα σ αφήσω να φύγεις από μένα
Το πουγκί που πήρες
Ηταν η τιμή σου
Εσύ πούλησες τον εαυτό σου, τη ψυχή σου
Ομως εγώ σουδωσα τη καρδιά μου
Σούδωσα την καρδιά μου
Τ ακούούούούούςςςς;;;;;;
Σ αγαπώ καθίκι
Σ αγαπώ!
Μπορεί νάμαι καμπαρετζού...
Μια τσούλα του πεζοδρομίου...
Αλλά είμαι άνθρωπος
Έχω καρδιά και αισθήματα
Και αυτή τη μία μου καρδιά στην έδωσα
Αυτή τη μία μονο σε σένα
Τόσα χρόνια έδινα το άψυχο κορμί μου
Ασέλγησαν πάνω σ αυτό όλοι οι ξέμπαργκοι του λιμανιού
Αλλά πήραν αυτό το κορμί
Την καρδιά μου στην εδωσα εσένα
Από σήμερα εκτός από το σώμα σου
Παίρνω και τη σκέψη σου
Παίρνω το μυαλό σου
Παίρνω τη ζωή σου στα χέρια μου
Αν είπαν τις Σμυρνιές παστρικιές και φοβήθηκες
Σμυρνιός και σύ
Τώρα θα γνωρίζεις και τη Βουρλιώτισσα
Τη Σκουλαρικού ναί... τη Σκουλαρικού
Τώρα θάσαι δικός μου
Θα σέρνεσαι στα πόδια μου
Θα με παρακαλάς
Θα εξαρτάσαι από μένα
Και από το φάρμακο της Σμυρνιάς...
(Το άλλο πρωί σηκώνεται ο Ανέστος παραπατώντας και ζαλισμένος... φαίνεται ότι κρυώνει και κρατάει με τα χέρια του τα μπράτσα του...)

Ανέστος
Τι μου συμβαίνει Κουλα; Κρυώνω, ζαλίζομαι, δεν είμαι πολύ καλά
Να δείς που θα κρύωσα...
Αλλαξε και ο καιρός απότομα


Κούλα
Ναι Ανέστο μου, ναι αγάπη μου
Άλλαξε ο καιρός
Μπορεί και να κρύωσες
Μα ξάπλωσε να σε τρίψω λιγάκι
Για στάσου να δώ...
(τον πλησιάζει και τον φιλά στο μέτωπο)
Μα εσύ καίς, έχεις πυρετό
Ξάπλωσε να σε τρίψω λίγο θα σου κάνω και ένα ζεστό τσάϊ να πιείς
Με λίγη ζάχαρη να σε ηρεμήσει
Να δείς θα πέσει και ο πυρετός
(Ο Ανέστος ξαπλώνει και η Κουλα πάει και ετοιμάζει μια κούπα τσάϊ , ρίχνοντας λίγη από τη σκόνη που είχε στο σακούλι μέσα στη τσάντα της... τα ανακατεύει και του το δίνει)
Να πιές να συνέλθεις λίγο...
Ανέστος
Σ ευχαριστώ καλή μου...
Μη παρεξηγηθείς μ αυτό που θα σου πώ
Αλλα νά ένιωσα ξαφνικά παιδί
Και μου θύμησες τη μάνα μου
Έτσι και εκείνη όταν αρρώσταινα
Τα ίδια έκανε
Εχω και την πρόβα
Πως θα πάω το βράδυ να τραγουδήσω;

Κούλα
Κάτσε σήμερα, να πάρεις τα φάρμακα και μη πάς
Θα ειδοποιήσω εγώ τα παιδιά να παίξουν μόνα τους
Εξ άλλου τα τραγούδια που έγραψες έχουν πιά μάθει και τα παίζουν και μόνοι τους
Άστους δε χάθηκε ο κοσμος για μια μέρα


3.(Ο Ανέστος πίνει το τσάϊ και αρχίζει σε λίγο να ζαλίζεται... ξαπλώνει και πέφτει  σε ύπνο... στο μεταξύ νυκτώνει και ξυπνά ο Ανέστης... ψήνεται και στο πυρετό και αρχίζει να πονά.. Τα φώτα πέφτουν στους μουσικούς γιατί παράλληλα στο μαγαζί οι μουσικοί παίζουν και τραγουδάνε και μετά την άλλη μέρα το πρωϊ στη κάμαρα)


Ανέστος
Τι μου συμβαίνει;  Ζαλίζομαι έχω παραισθήσεις, πονάω... πονάνε τα κόκκαλα μου..
Κουλα
Μη στεναχωριέσαι αγάπη μου..
Εχω λίγο φάρμακο, παλιά συνταγή από τη συγχωρεμένη τη θειά μου τη Μαρίκα
Τη Βουρλιώτισσα
Παλιά γιατροσόφια αυτά
Αλλά πάντα κάνουν θαύματα
Για πλάγιασε να σου δώσω λίγο
Είναι λίγο πικρό
Μα να τόσο τόσο δα
Ίίίίίίσα στη μύτη του κουταλιού
(πάει και βάζει λίγο από το περιεχόμενο της σακούλας στη μύτη του κουταλιού και του το δίνει)
Πιές και νερό λεβέντη μου και να δείς πως θα συνέλθεις
Θα σου δώσω σε λίγο και ένα γλυκό να φάς
Θα σε ηρεμήσει .. και θα κοιμηθείς
(Τα φώτα σβήνουν σε όλη τη σκηνή και στο κέντρο της σκηνής εμφανίζεται ο μαυροντυμένος άντρας (αφηγητής) ενώ σιγανή μουσική παίζουν οι μουσικοί , ίσως ένα ταξίμι...)







Αφηγητής
Πολλά τα πάθη των ανθρώπων και οι αδυναμίες τους
Και πάντα κείνοι που μοιάζουν θύματα ίσως και να μην είναι
Θύμα ήταν και η Σκουλαρικού της ζωής της
Δέσμια  και σκλάβα του πάθους της
Περνούσαν τα χρόνια
Και ήθελε νάχει τον πλήρη έλεγχο της ζωής του Ανέστου
Ο Ανέστος ήταν απόλυτα εξαρτημένος από την Κουλα
Φαινόταν να ειχε πετυχει το σκοπό της
Τον είχε δεμένο κοντά της
Εκείνος πάλι ένιωθε ότι όλη του η ζωή ανήκε σε εκείνην
Ήταν η αδελφή, η μάνα η συντροφος
Ο δύστυχος δεν ήξερε οτι δεν είχε πλέον δικη του βουληση
Ότι είχε εκείνη τον απόλυτο έλεγχο της σκέψης και των συναισθημάτων του
Εκείνη ή η ηρωΐνη
Η ανόητη η Σκουραλικού
Δεν ήξερε ότι στο παιχνίδι της πρέζας
δεν υπήρχε νικητής ή νικημένος
Γιατί χαμένοι ήταν και οι δύο
Και περισσότερο εκείνη
Τον πότιζε ναρκωτικά κάθε μέρα την ώρα που κοιμόταν
Κάθε βράδυ
Εκείνος άργησε πολύ να καταλάβει τι του συνέβαινε
Μάλλον δεν θα καταλάβαινε ποτέ
Μέχρι κείνη τη μέρα
Που κάποιος από την παρέα του
Παλιός στη πρέζα
Τούπε να πάει στο γιατρό
Και να μάθει
Φωτιά στη ψυχή άναψε η αποκάλυψη της αλήθειας
Το θύμα γίνεται θύτης
Δεν ήταν σκληρη η εκδίκηση
Τα χέρια του δεν εβαψε μ αιμα

(Η μαυροντυμένη μορφή απομακρύνεται από τη σκηνή, η μουσική σταματάει να παίζει και τα φώτα πέφτουν πάνω στη γνωστή κάμαρη... ο Ανέστος μπαίνει στο δωμάτιο και βρίσκει τη Κούλα να φτιασιδώνεται...  αμίλητος χωρίς να την κοιτάξει παίρνει ένα ποτήρι και βάζει λίγο κρασί μέσα.. αποφεύγοντας της..)

Ανέστος
Σήμερα νιώθω καλά και ήρεμα, πραγματικά είμαι καλύτερα...
Κούλα
Αγάπη μου, πόσο ευτυχισμένη με κάνεις, καιρό είχα να σε δώ να νιώθεις καλά...
Θα πρέπει να το γλεντήσουμε
Αντε ας πιώ ένα ποτηράκι κρασί και εγώ
Ανέστος
Μόνο που να αγάπη μου, σήμερα είμαι πολύ κουρασμένος
Από νωρίς το πρωϊ κάτι καινούργια τραγούδια που κάναμε πρόβες
Και αισθάνομαι εξαντλημένος
Νομίζω ότι απόψε δε θα πάω στο μαγαζί και θα μείνω εδώ
Να κοιμηθώ
Με κούρασε η νύκτα
Θέλω και εγώ να απολαύσω ένα βράδυ στην αγκαλιά της αγάπης μου
Κουλα
Ελα πάμε να ξαπλώσουμε...
Τον αγκαλιάζει με τρυφερότητα και ξαπλώνει δίπλα του
(Σε λίγο ο Ανέστος προσποιείται ότι αποκοιμιέται βαθιά... στο μισοσκόταδο σηκώνεται η Κούλα και πάει προς τη τσάντα, την ανοίγει και βάζει στη παλάμη της λίγη ηρωϊνη... τον πλησιάζει σιγά και είναι έτοιμη να το ρίξει στα ρουθούνια του...ο Ανέστος ανοίγει τα μάτια του και ανασηκώνεται και την αρπάζει δυνατά από τα χέρια..)

Ανέστος
Σκύλαααα ... Πουτάνααα... Σκύλααααα!!!
Ωστε αυτά ήταν τα γιατροσόφια τα Βουρλιώτικα της θειάς σου
Μου κατάστρεψες τη ζωή
Θα σε σκοτώσωωωωωω!!
Κούλα
(ουρλιάζοντας από πόνο)
Μήήήήήήή άσε μεεεε ... με πονάς...
Ασε μεεεεε... ¨Ελεοςςςς!!!!
Ανέστος
Ζητάς τη λύπη και το έλεοςςς μου
Γιατί; Γιατί; Γιατίίίίί;;;;;
Γιατί να σε λυπηθώ;
Πές μου γιατί;
Μου κατέστρεψες τη ζωή ...
Μ΄έκανες πρεζόνι..
Με στέλνεις στο θάνατο...
Κούλα
Σ αγάπησα... σ αγάπησα και σ αγαπώ πολύ
Σε ήθελα και σε θέλω δικό μου
Μόνο δικό μου, τ ακούς;
Είμαι μεγαλύτερη σου... μια καλντεριμιτζού
Μια του δρόμου...
Παράτησα τα πάντα,,,
Πίστεψα και πιστεύω σε σένα...
Τώρα πιά είσαι δικός μου
Κοίτα σε λιγο θ αρχίσουν πάλι οι πόνοι
Θα με παρακαλάς, θα πέφτεις στα πόδια μου
Θα καταρρέεις
Μόνο εγώ θάχω το φάρμακο και το ξέρεις...

Ανέστος
Το ξέρεις παλιοβρώμα... το ξέρεις, θα σε σκοτώσω
(εν τω μεταξύ αρχίζει το στερητικό σύνδρομο)
Πονάω... πάλι άρχισε το μαρτύριο... Πονάω
(αρχίζει να κτυπιέται στο πάτωμα... σε πλήρη εξέλιξη το στερητικό, η Κούλα με θριαβευτικό ύψος τον αφήνει... σε λίγο αρπάζει από τη τσάντα της το σακουλάκι με τη σκόνη που του αφαιρεί λίγο λίγο τη ζωή)
Κούλα
Αυτό ήταν... τώρα πιά είσαι δικός μου
Ας πάρω και εγώ το ηρεμιστικό μου
Μαζί θα ταξιδέψουμε απόψε
Μαζί θα πετάξουμε στους ουρανούς
Ενωμένοι για πάντα

4.(τα φώτα σβήνουν και αρχίζει να παίζει η ορχήστρα κύκλο τραγουδιών του Ανέστου που έχουν σχέση με τα ναρκωτικά... ο Ανέστος και η Κούλα αποχωρούν από τη σκηνή... Μετά τα τραγούδια εμφανίζεται πάλι η σκηνή με την κάμαρη... Η Κούλα σηκώνεται και βλέπει ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι... το διαβάζει...)

Κούλα
Οχιιιιιιιιι!!!!!!!!!! Δε μπορείς να μου τα κάνεις αυτό
Θα σε βρώ ...  κάπου θα σε βρώ...


(Τα φώτα κλείνουν και εμφανίζεται πάλι ο Αφηγητής  (Εν τω μεταξύ, από τη σκηνή έχει απομακρυνθεί από την κάμαρη, το κρεβάτι και έχει εμφανιστεί ο Ανέστος καθισμένος ανακούρκουδα , ο αφηγητής στέκεται δίπλα του, ενώ του αγγίζει αρχικά με αγάπη το κεφάλι του και ο Ανέστος αγκαλιάζει μπροστά του τα πόδια του )



Αφηγητής
Ο Ανέστος εξαφανίζεται από τη ζωή της Σκουλαρικούς,
όχι όμως και από τον κόσμο των ναρκωτικών
άρχισε να βαράει βελονιές
Η Ελλάδα στενάζει κάτω από τη δικτατορία του Μεταξά και το ρεμπέτικο τραγούδι μπαίνει στη μαύρη λίστα μαζί και οι ρεμπέτες
Εν τω μεταξύ τα στερητικά σύνδρομα
Τον βασάνιζαν εκεί στο κελλί του
Ξερονήσι ήταν τότε η Ιος
Και μακρυά από τον κόσμο
Εξορία
Βοήθησαν οι φίλοι του
Τον «κάρφωσαν»
Τον εξόρισαν στο νησί
Μακρυά από τα ναρκωτικά
Οχι για να τον τιμωρήσουν
Αλλά για να τον σώσουν
Οσο μπορεί να σωθεί κάποιος
Οσο μπορούσε να σωθεί στη φωτιά του μεγάλου πολέμου
Κατοχή – Γερμανοί  και ο Ανέστος ξαναγυρίζει στην Αθήνα
Αρχίζει πάλι να τραγουδά στα δύσκολα χρόνια της κατοχής
Και μαζί με το τραγούδι ξανάρθε και η πρέζα
5.(Η ορχήστρα βγάινει για τελευταία φορά στη σκηνή, ενώ τα φώτα σβήνουν και αρχίζει να τραγουδά τα τραγουδια του Ανέστου, μαζί της και ο Ανέστος.....  μετά το τελευταίο τραγούδι, τα φώτα σβήνουν για την ορχήστα...  και εμφανίζεται ο αφηγητής)





Αφηγητής
Ηταν ένα κρύο βράδυ του χειμώνα, με πανσέληνο
1944 ακόμη οι Γερμανοί δεν είχαν φύγει από την Αθήνα
Ο Ανέστος δε πρόλαβε να δεί την απελευθέρωση της Αθήνας
Μα ούτε πιά που τον ενδιέφερε
Το μακρύ της ζωής του ρεμπέτικο
Κείνο το βράδυ με την πανσέληνο τέλειωσε για πάντα
Τον βρήκαν πεθαμένο
Εφυγε από την ζωή από υπερβολική δόση ηρωϊνης
Το άψυχο σώμα του πεταμένο σε ένα κουβά των σκουπιδιών
Στα χέρια του κρατούσε
Την μία και μοναδική αγάπη της ζωής του
Το μπουζούκι του
Ο Ανέστος έφυγε απο τη ζωή
Εφυγε από έρωτα
Από έρωτα
Για τη ζωή...


(Εμφανίζεται δεξιά η τραγουδίστρια της ορχήστρας και τραγουδάει το τραγούδι της Ελένης Καραίνδρου «Πανσέληνος ο Ερωτας»)


Τ Ε Λ Ο Σ










0 σχόλια:

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...